Θηλυκό.net το Θηλυκό e-περιοδικό

Coming Soon

Facebook / Twitter / Instagram

Facebook
Twitter
Instagram

Copyright © Θηλυκό.net | Published By Gooyaabi Templates | Powered By Blogger
Design by WebSuccessAgency | Blogger Theme by NewBloggerThemes.com
Από το Blogger.

Ακολουθήστε μας στο Fαcebook


.
.

Τα Νέα μας

.

Ο Καιρός Τώρα

Διαβάστε για


.
.
.

Μηνιαίο Ωροσκόπιο


Δημοφιλή

Ad unit

Σαν σήμερα 8 Φεβρουαρίου.

Η σημερινή ημέρα, 8η Φεβρουαρίου, έχει σημαδέψει τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας.

Τρία τραγικά γεγονότα που συνέβησαν αυτή την ημέρα, η οποία πληγώνει τη χώρα μας, θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη μας.

 

Νίκος Ξυλούρης
1936 – 1980

TΑ ΠΡΩΤΑ ΤΟΥ ΒΗΜΑΤΑ


Ο «Αρχάγγελος της Κρήτης» γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1936 στα Ανώγια Ρεθύμνου. Ήταν μόλις πέντε ετών, όταν στις 13 Αυγούστου του 1941 οι γερμανοί κατακτητές εισέβαλαν στο χωριό του και το έκαψαν. Οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στην κοιλάδα του Μυλοποτάμου, για να επιστρέψουν στον τόπο τους τρία χρόνια αργότερα, μετά την απελευθέρωση.

Τα πρώτα χρόνια στα κατεστραμμένα Ανώγια είναι φτωχικά και δύσκολα για την οικογένεια του Νίκου Ξυλούρη, όπως και για όλους τους συγχωριανούς του. Ο ίδιος φεύγει για το Ηράκλειο, για να μάθει γράμματα. Το σχολείο, όμως, του είναι μάλλον αγγαρεία και ήδη έχει δείξει την κλίση του στη μουσική.

Μια μέρα βλέπει έναν συγγενή του να παίζει λύρα κι από τότε του καρφώνεται η ιδέα να μάθει αυτό το όργανο. Οι αντιρρήσεις του πατέρα του κάμπτονται από τον δάσκαλό του, που αναγνώρισε από νωρίς το ταλέντο του. Έτσι, σε ηλικία μόλις 10 ετών, αποκτά την πρώτη του λύρα, σταματά το σχολείο στην Γ’ Δημοτικού και μετά από ενάμιση χρόνο μαθητείας δίπλα στον λυράρη Λεωνίδα Κλάδο, ξεκινά να βγάλει το ψωμί του παίζοντας σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές, σ’ όλη την Κρήτη.

Το 1953 ο 17χρονος Νίκος αφήνει πίσω το χωριό του, για να εγκατασταθεί στο Ηράκλειο. Πιάνει δουλειά στο κέντρο «Κάστρο» και με τα λεφτά που παίρνει πληρώνει ίσα ίσα το ενοίκιο για την κάμαρά του. Έχει ν’ αντιμετωπίσει τη μουσική της εποχής (ταγκό, βαλς, ρούμπα, σάμπα κλπ), καθώς και τους μεγάλους λυράρηδες που δεν τον βλέπουν με καλό μάτι. Οι καλοί φίλοι που έχει αποκτήσει στο Ηράκλειο τον βοηθούν, οργανώνοντας γλέντια, και το όνομά του αρχίζει σιγά - σιγά να γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό.

Σε μια αποκριάτικη γιορτή βλέπει την Ουρανία Μελαμπιανάκη, γόνο αριστοκρατικής οικογενείας, και την ερωτεύεται. Για ένα χρόνο της κάνει καντάδα κάθε βράδυ κάτω από το παράθυρό της, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν μιλήσει ποτέ. Η ταξική τους διαφορά θα τους αναγκάσει να κλεφτούν και να παντρευτούν κρυφά, στις 21 Μαΐου του 1958. Μαζί θα αποκτήσουν δύο παιδιά, τον Γιώργη και τη Ρηνιώ.

Στο μεταξύ, η ανοδική πορεία του συνεχίζεται. Σκοπός του είναι να μάθει ο κόσμος τα τραγούδια της Κρήτης έξω από τα σύνορά της. Το Νοέμβριο του 1958 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο με την εταιρία «Odeon» υπό τον τίτλο «Μια μαυροφόρα που περνά», παίρνοντας ως αμοιβή 150 δραχμές! Ο δίσκος γνωρίζει επιτυχία και η εταιρία του τον βοηθάει να κάνει κι άλλους, βγάζοντάς τον από τις δύσκολες μέρες.

Το 1966 το κράτος επιλέγει και στέλνει τον Νίκο Ξυλούρη σ’ ένα διαγωνισμό δημοτικής μουσικής στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας, οπού ανάμεσα σε δεκάδες συγκροτήματα απ’ όλο τον κόσμο παίρνει το πρώτο βραβείο για την ερμηνεία του στο συρτάκι που έπαιξε με τη λύρα. Ο διάσημος για την Κρήτη λυράρης, ύστερα από πολύ κόπο και προσπάθεια, ανοίγει τα φτερά του και γίνεται γνωστός σ’ όλη την Ελλάδα.


 
8 Φεβρουαρίου 1981: Τραγωδία της Θύρας 7

Αποφράδα ημέρα για τον Ολυμπιακό και το ελληνικό ποδόσφαιρο η 8η Φεβρουαρίου, καθώς το 1981 συνέβη η τραγωδία της Θύρας7.

Η τραγωδία εκτυλίσσεται ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο απόγευμα στο παλαιό Στάδιο Καραϊσκάκη. Ο Ολυμπιακός των Σαργκάνη, Γαλάκου, Αναστόπουλου και Νικολούδη, αντιμετωπίζει την ΑΕΚ των Αρδίζογλου, Μπάγεβιτς και Μαύρου στο ντέρμπι της 20ης αγωνιστικής του πρωταθλήματος της Α' Εθνικής. Οι ερυθρόλευκοι είναι καταιγιστικοί... Συντρίβουν 6-0 τους μεγάλους αντιπάλους τους με 3 γκολ του Γαλάκου και από ένα των Κουσουλάκη, Ορφανού και Βαμβακούλα.

Η χαρά των 35.450 οπαδών του Θρύλου φθάνει στα ουράνια. Το πιο ζωντανό τμήμα της ολυμπιακής οικογένειας, τα παιδιά της Θύρας 7, βιάζονται να «καταπιούν» τα σκαλιά και να βρεθούν όσο πιο γρήγορα γίνεται στη Θύρα 1 για να αποθεώσουν τα ινδάλματά τους. Και τότε συμβαίνει το μοιραίο. Κάποιος γλιστράει σ' ένα μαξιλαράκι και κυλάει από τα σκαλιά ως την πόρτα, που για κάποιους ήταν κλειστή και για άλλους μισάνοιχτη. Η αποσυμφόρηση του χώρου είναι αδύνατη, με αποτέλεσμα αυτοί που ακολουθούν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο.

Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του 18χρονου τότε Ηλία Λύτρα που έπεσε από τους πρώτους στα σκαλοπάτια της Θύρας 7 και τραυματίστηκε. «Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Όταν έφτασα όμως στα τελευταία σκαλοπάτια, γλίστρησα και έπεσα. Πριν καταλάβω καλά-καλά τι έγινε άρχισαν να πέφτουν πάνω μας ένας, δύο, τρεις, δέκα, εκατό..»

Το ρολόι δείχνει 5 παρά 2 και η χαρά μετατρέπεται σε θρήνο. Κάποιοι αστυφύλακες καταφέρνουν να "ξεριζώσουν" ένα από τα τουρνικέ και να απεγκλωβίσουν έτσι αρκετό κόσμο. Νεκροί και τραυματίες μεταφέρονται στο Τζάννειο. Οι συγγενείς αναζητούν τους δικούς τους ανθρώπους, εκατοντάδες φίλαθλοι ψάχνουν τους φίλους τους. Οι πρώτοι νεκροί αναγνωρίζονται. Θα ακολουθήσουν και άλλοι. Ο αριθμός τους θα φθάσει τους 21. Το προσωπικό του νοσοκομείου δεν επαρκεί για την περίθαλψη των τραυματιών και γίνονται εκκλήσεις για ιατρικές ενισχύσεις και αίμα.

Στο Τζάνειο καταφθάνουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, που ενημερώνουν διαρκώς τον πρωθυπουργό Γεώργιο Ράλλη και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η τηλεόραση διακόπτει την κανονική ροή του προγράμματός της και μεταδίδει σοβαρή μουσική.

Όλη η Ελλάδα, φίλαθλη και μη, πενθεί. Οι οπαδικές προτιμήσεις υποχωρούν μπροστά στη μεγαλύτερη τραγωδία του ελληνικού αθλητισμού. Το πιο εξοργιστικό γεγονός της όλης ιστορίας είναι ότι μέχρι σήμερα κανείς από τους υπευθύνους δεν έχει λογοδοτήσει για την απίστευτη αυτή τραγωδία. Οι 5 φύλακες της Θύρας 7, που πρωτόδικα είχαν καταδικασθεί σε φυλάκιση 10 ετών, αθωώθηκαν από το Τριμελές Εφετείο Πειραιά στις 22 Σεπτεμβρίου του 1986.

Η μνήμη των 21 αδικοχαμένων φιλάθλων τιμάται κάθε χρόνο από τους παράγοντες, τους παίκτες, την τεχνική ηγεσία και τους φίλους του Ολυμπιακού.

Ο κατάλογος των νεκρών της 8ης Φεβρουαρίου 1981

Παναγιώτης Τουμανίδης (14 ετών)
Κώστας Σκλαβούνης (16)
Ηλίας Παναγούλης (17)
Γεράσιμος Αμίτσης (18 -οπαδός της ΑΕΚ)
Γιάννης Κανελλόπουλος (18)
Σπύρος Λεωνιδάκης (18)
Γιάννης Σπηλιόπουλος (19)
Νίκος Φίλος (19)
Γιάννης Διαλυνάς (20)
Βασίλης Μάχας (20)
Ευστράτιος Πούπος (20)
Μιχάλης Κωστόπουλος (21)
Ζωγραφούλα Χαϊρατίδου (23)
Σπύρος Ανδριώτης (24)
Κώστας Καρανικόλας (26)
Μιχάλης Μάρκου (27)
Κώστας Μπίλας (28 ετών)
Αναστάσιος Πιτσόλης (30)
Αντώνης Κουρουπάκης (34)
Χρήστος Χατζηγεωργίου (34)
Δημήτριος Αδαμόπουλος (40)



Μάρκος Βαμβακάρης
1905 – 1972


Ρεμπέτης, από τους ακρογωνιαίους λίθους της λαϊκής μουσικής. Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1905 στον συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια καθολικών και ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Η οικογένειά του ήταν φτωχή, έφερε όμως το «μικρόβιο» της μουσικής. Ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα και ο παππούς του έγραφε τραγούδια.

Πριν καλά - καλά ξεκινήσει το σχολείο, ο Μάρκος αναγκάστηκε να διακόψει, διότι πήραν τον πατέρα του στο στρατό, και έπιασε δουλειά με τη μητέρα του σε ένα κλωστήριο. Τα επόμενα χρόνια δούλεψε ως χασάπης, εφημεριδοπώλης, οπωροπώλης, λούστρος, και το 1917, σε ηλικία 12 ετών, έφυγε για τον Πειραιά. Αρχικά, εγκαταστάθηκε στα Ταμπούρια κι έπιασε δουλειά ως γαιανθρακεργάτης. Δούλεψε ακόμα ως λιμενεργάτης και ως εκδορέας στα σφαγεία, ενώ τα βράδια σύχναζε στους τεκέδες, όπου το 1924 άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του μπουζούκι. Εντυπωσιάστηκε και μέσα σε ελάχιστους μήνες έγινε ένας από τους καλύτερους αυτοδίδακτους μπουζουξήδες. Την περίοδο αυτή έκανε και τον πρώτο του γάμο με τη Ζιγκοάλα, την οποία όπως έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο.

Το 1925 κατατάχθηκε στο στρατό και όταν απολύθηκε άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Έως το 1933 είχε γράψει πάνω από 50 τραγούδια και με την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης γραμμοφώνησε στην Odeon τον πρώτο δίσκο με μπουζούκι στην Ελλάδα, που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «Αράπ» (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).

Την επόμενη χρονιά δημιούργησε με τρεις φίλους του -τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά- ένα πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Ο Μάρκος άνοιξε το δικό του μαγαζί στα Άσπρα Χώματα. Η αστυνομία, όμως, δεν του έδωσε άδεια. Έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει και για πρώτη φορά έπειτα από 20 χρόνια ταξίδεψε με τον Μπάτη στη Σύρο. Έπαιξαν μαζί για περίπου δύο μήνες σ' ένα μαγαζί της παραλίας και όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκοσυριανή, ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του.

Η περίοδος λίγο πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν και η πιο παραγωγική. Τα τραγούδια του έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος έγινε περιζήτητος. Αφού περιόδευσε στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα και σε πολλές ακόμα πόλεις, άρχισε εμφανίσεις στον Βοτανικό, μαζί με τον Γιάννη Παπαιωάννου, τον Κώστα Καρίπη και τον Στέλιο Κερομύτη.

Με την έναρξη του πολέμου, ο Βοτανικός έκλεισε και ακολούθησαν δύσκολα χρόνια. Το 1941 πέθανε ο αδερφός του Λεονάρδος και το 1942 η μητέρα του Ελπίδα. Την εποχή εκείνη, έπειτα από παρότρυνση της μεγάλης του αδελφής, ο Μάρκος παντρεύτηκε με ορθόδοξο γάμο τη δεύτερη σύζυγό του, τη Βαγγελιώ. Για το γεγονός αυτό αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοινωνία των Καθολικών. Τα δύο πρώτα παιδιά τους χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε τον Βασίλη και ακολούθησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος το 1947 και ο Δομένικος το 1949.

Μετά τον πόλεμο, ο Μάρκος Βαμβακάρης άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Το 1954 αρρώστησε με βαριά αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει. Όταν θέλησε να επιστρέψει στο πάλκο, όλοι τον είχαν ξεχάσει. Η ελληνική μουσική βιομηχανία τον θεωρούσε «ξεπερασμένο» και δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μαγαζί.

Η κατάσταση άλλαξε δραματικά το 1960, όταν έπειτα από πρωτοβουλία του Βασίλη Τσιτσάνη, κυκλοφορούν από την Columbia παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα, ο Στράτος Διονυσίου, κ.ά. Το εγχείρημα σημείωσε τεράστια επιτυχία και ο Μάρκος είχε την ευκαιρία να ξαναδουλέψει στα λαϊκά πάλκα, αλλά και να δώσει συναυλίες σε πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες χώρους. Το 1966 έκανε την εμφάνισή του σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ ακολούθησε η συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολλές εμφανίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Στις 8 Φεβρουαρίου του 1972, ο Μάρκος Βαμβακάρης πέρασε στην ιστορία, αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη.

http://www.sansimera.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διαβάστε Ακόμα